διαρρηγνύω

διαρρηγνύω
(αόρ. διέρρηξα) μετ.
1) ломать, разбивать; выламывать, проламывать, взламывать (дверь и т. п.); 2) перен. разрывать, рвать (отношения); 3) воен, прорывать (фронт);

§ διαρρηγνύω τα ιμάτια μου — возмущаться, выражать своё возмущение;

διαρρηγνύομαι

1) — взрываться;

2) перен. взрываться, разражаться;

διαρρηγνύομαι εις γέλωτας — разражаться смехом;

3) быть взломанным

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "διαρρηγνύω" в других словарях:

  • διαρρηγνύω — (διαρρηγνύω), διέρρηξα βλ. πίν. 87 Σημειώσεις: (διαρρηγνύω) : σπάνια χρησιμοποιείται ο ενεστωτικός τύπος, κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις όπως διαρρηγνύει τα ιμάτια του → διαμαρτύρεται ή απορεί με έντονο τρόπο. Μερικές φορές απαντώνται ορισμένοι… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαρρηγνύω — και διαρρήχνω διάρρηξα και διέρρηξα, διαρρήχτηκα, διαρρηγμένος, παραβιάζω με τη βία, σχίζω κάτι: Το σπίτι μας το διέρρηξαν κλέφτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρρηγνύω — (AM διαρρηγνύω και διαρρήγνυμι) 1. παραβιάζω, ανοίγω δια τής βίας, κάνω διάρρηξη 2. σπάζω, θρυμματίζω, θραύω σε όλη την έκταση του 3. φρ. «διέρρηξε τα ιμάτιά του» διαμαρτυρήθηκε έντονα διακηρύσσοντας την αθωότητά του 4. διακόπτω (αρραβώνα,… …   Dictionary of Greek

  • διαρρηγνύω — διαρρήγνυμι break through pres subj act 1st sg διαρρήγνυμι break through pres subj act 1st sg διαρρήγνυμι break through pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • διαιρώ — (AM διαιρῶ, έω) [αιρώ] 1. χωρίζω σε μέρη, κατατέμνω, μερίζω 2. εκτελώ την πράξη τής διαίρεσης 3. διχάζω, προκαλώ διχόνοια, διασπώ την ενότητα («διαίρει και βασίλευε» φρόντιζε να σπέρνεις τη διχόνοια ανάμεσα στους εχθρούς σου, ώστε να κυβερνάς… …   Dictionary of Greek

  • διαπτύσσω — (Α) [πτύσσω] 1. αναπτύσσω, ξεδιπλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω 2. συμπτύσσω, μαζεύω πάλι, διπλώνω, τυλίγω, συμπλέκω κάτι με άλλο 3. ερμηνεύω, διασαφηνίζω 4. σπάζω, διαρρηγνύω …   Dictionary of Greek

  • εξαράσσω — ἐξαράσσω και αττ. τ. έξαράττω (Α) 1. συντρίβω, σπάζω («ἐκ δὲ οἱ ἱστὸν ἄραξε ποτί τρόπιν») 2. διαρρηγνύω, σχίζω βίαια 3. βρίζω κάποιον («εὐθὺς ἐξαράττω πολλοῑς κακοῑς καἰσχροῖσι», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + αράσσω «συντρίβω»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»